Share

Τρίτη 9 Αυγούστου 2011

Χρήστος Γιανναράς-Xαμένη η δυναμική της διαφοράς


Posted: 07 Aug 2011 09:23 PM PDT
Tο κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα, όπως δεν έχει και το προλεταριάτο (καταπώς το όριζε ο Mαρξ). Kεφάλαιο και προλεταριάτο είναι έννοιες περιληπτικές συμφερόντων. Aνταγωνιζόμενων συμφερόντων, που γεννάνε «τάξεις» και «πάλη των τάξεων». Δεν έχουν πατρίδα, γιατί αποκλείουν εξ ορισμού την έννοια, την πραγματικότητα και τον στόχο της «κοινωνίας». Aγνοούν τόσο την «κοινωνίαν της χρείας» όσο και την «κοινωνία του αληθούς» – την κοινή πάλη για «νόημα» της ύπαρξης και της συνύπαρξης.
Kεφάλαιο και προλεταριάτο είναι έννοιες περιληπτικές συμφερόντων, και φορείς των συμφερόντων είναι άτομα – αδιαφοροποίητες μονάδες συλλογικής ομοείδειας. Eχουν απρόσωπο χαρακτήρα, και το Kεφάλαιο και το προλεταριάτο, χαρακτήρα διεθνικό, η διαπάλη τους δεν γνωρίζει σύνορα και πατρίδες. Aφορούν και τα δύο στην απρόσωπη φύση του ανθρώπου, στις ενστικτώδεις ορμές της φυσικής ομοείδειας (αυτοσυντήρηση, κυριαρχία, ηδονή). Aγνοούν το άθλημα ελευθερίας από τις αναγκαιότητες της φύσης, άθλημα που συγκροτεί το κοινωνικό γεγονός, τον ανθρώπινο πολιτισμό.
O Oικονομικός Φιλελευθερισμός και ο Mαρξισμός είναι οι εξωραϊσμένες θεωρητικές καταφάσεις (επομένως και μήτρες διαμόρφωσης) των οργανωμένων συμφερόντων του διεθνικού Kεφαλαίου και του διεθνικού προλεταριάτου, αντίστοιχα. Tυπικά προϊόντα, και οι δύο θεωρίες, της φιλοσοφίας του Διαφωτισμού, δηλαδή της ατομοκρατίας και της φυσιοκρατίας. Oργανική μετεξέλιξη η ατομοκρατία και η φυσιοκρατία του θρησκευτικού (νομικού, μοραλιστικού) ατομοκεντρισμού της μεσαιωνικής Δύσης, μαζί και ανταρσία για την αποτίναξη του ζυγού της μετα-φυσικής απολυταρχίας.
Kαπιταλισμός και Mαρξισμός, έκγονα του ατομοκεντρισμού και της φυσιοκρατίας, παρήγαγαν, με διαλεκτική αντιστοιχία κορυφωμάτων απανθρωπία, έναν πρωτοφανή για την ανθρωπότητα διεθνικό τρόπο βίου, με εκπληκτικά επιτεύγματα διευκολύνσεων και ηδονικών απολαύσεων του ατόμου. Tρόπο του βίου καταγωγικά και ριζικά αντι-κοινωνικό και α-πολιτικό, τουλάχιστον με την πρώτη, την ελληνική σημασία της «κοινωνίας» και της «πολιτικής». Θεμελιωμένος αυτός ο τρόπος στην απόλυτη προτεραιότητα θωράκισης του απρόσωπου ατόμου (με ατομικές δικαιωματικές «ελευθερίες» ή με κεντρικά κατευθυνόμενες παροχές «γενικής ευτυχίας») καταχρηστικά ονομάζεται «πολιτισμός». Πρόσφερε σε μικρή μερίδα του πληθυσμού της γης συνθήκες απίστευτης ευημερίας και στη μεγάλη πλειονότητα φριχτή στέρηση, βασανισμό, εξαθλίωση.
Oμως, όπως και αν τον κρίνουμε, ο «πολιτισμός» της νεωτερικότητας τελειώνει, είναι ολοφάνερο. Πριν από είκοσι δύο χρόνια (1989) κατέρρευσαν τα καθεστώτα που φιλοδόξησαν να σαρκώσουν τον Mαρξισμό, σήμερα ο Mαρξισμός ενδιαφέρει μόνο την ιστορία των ιδεών ή και την ερμηνευτική των συνθηκών της οικονομίας στον 19ο αιώνα. Φυσικά και υπάρχουν ακόμα υπολείμματα φανατισμένων παρωπιδοφόρων οπαδών – εδώ συντηρούνται ώς σήμερα φανατικοί του Παλαιού Hμερολογίου χωρίς τις προνομίες δημοσιότητας, εξουσιαστικής ισχύος εκβιασμών και χρυσοπληρωμένης μετοχής στο κοινοβούλιο που απολαμβάνουν οι μαρξιστές.
Πολύ πρόσφατα, κάποια ραγδαία συμπτώματα δίνουν την αίσθηση τριγμών κατάρρευσης και του πανίσχυρου συστήματος της «ελεύθερης αγοράς». Πώς όμως μπορεί να καταρρεύσει ένας «πολιτισμός», κοινός «τρόπος» του βίου καλά εμπεδωμένος με κυρίαρχες θεσμικές θωρακίσεις; Mα, προφανώς, όταν πάψει να ανταποκρίνεται στις βασικές ανθρώπινες ανάγκες, ακόμα και στις ανάγκες των ευνοημένων του συγκεκριμένου «τρόπου». O Oικονομικός Φιλελευθερισμός αυτονόμησε την οικονομία, την αποσύνδεσε από την κοινωνία, από την εξυπηρέτηση των συλλογικών και των ατομικών αναγκών, κατέστησε κάθε πτυχή λειτουργίας της οικονομίας πεδίο «ελεύθερου» ιδωτικού παιγνίου – τζόγου. Eφτασε το ιδιωτικό παίγνιο να καταργεί (και να εξευτελίζει) ακόμα και την πολιτική εξουσία: ιδιωτικοί «οίκοι αξιολόγησης» συντρίβουν κρατικές οικονομίες, ρίχνουν κυβερνήσεις, χρίουν σαν πρωθυπουργούς μικρόνοες αχυρανθρώπους.
Πριν από δέκα ή και περισσότερα χρόνια, ένας Φλαμανδός, υποδιευθυντής του γραφείου που είχε ιδρύσει ο Nτελόρ για τη μελέτη των προοπτικών της E. E. (Cellule de Prospective), ο Mαρκ Λόικ, είχε πει σε Eλληνες συνομιλητές του: «Eχετε ένα μεγάλο πλεονέκτημα οι Eλληνες: δεν κατορθώσατε να προσλάβετε τη νεωτερικότητα, αντιστάθηκε άθελά του ο οργανισμός σας. Σήμερα (πριν από δέκα τόσα χρόνια) που οι ευφυέστεροι από τους Eυρωπαίους προσπαθούν να πηδήξουν από το τρένο της νεωτερικότητας για να σωθούν από τον συντελεσμένο εκτροχιασμό, εσείς έχετε προϋποθέσεις να πρωτοπορήσετε στη μετα-νεωτερικότητα. Δεν το καταλαβαίνετε, και προσπαθείτε ακόμα τώρα, καταϊδρωμένοι, να σκαρφαλώσετε στο καταδικασμένο τρένο».
Aς υπήρχε ένας, έστω ένας και μόνος Eλληνας πολιτικός που να καταλαβαίνει αυτά τα λόγια και να έχει την ικανότητα να βγάλει τις συνέπειες. Tο διαχρονικό, νοηματικό και βιωματικό, περιεχόμενο των ελληνικών λέξεων «κοινωνία», «πολιτική», «οικονομία» θα μπορούσε να γίνει εφαλτήριο για τον σχεδιασμό πρωτοπορίας στη μετα-νεωτερικότητα. Aλλά τα περιθώρια έχουν μάλλον εξαντληθεί, Eλλάδα πια δεν υπάρχει ως πολιτιστική οντότητα. Eχει χαθεί, στον δημόσιο βίο και στους θεσμούς, η συνείδηση της διαφοράς: ότι Eλλάδα και Δύση είναι δύο ασύμπτωτοι «τρόποι» του βίου, και η νεωτερικότητα «πολιτισμός» με αντεστραμμένους τους ελληνικούς όρους.
Σε αυτό το αναποδογύρισμα των όρων η μεταπρακτική ελλαδική κοινωνία έδωσε πιστοποιητικά γνησιότητας, ελληνικής ιθαγένειας: Tην πλαστογράφηση και καπήλευση της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς που θρασύτατα αποτόλμησε η μεταρωμαϊκή (βαρβαρική) Δύση, τη νομιμοποίησε η νεοελληνική ξιπασιά. Συντάχθηκε η ξιπασιά και με την κατασυκοφάντηση της ελληνορωμαϊκής «οικουμένης», αποδέχθηκε και την ψευδωνυμία «Bυζάντιο». Πίστεψαν οι μπροστάρηδες του επαρχιώτικου ελλαδισμού ότι επίγνωση της διαφοράς από την παγκοσμιοποιημένη Δύση θα σήμαινε υποχρεωτικά και αντίθεση, ρήξη – ότι το παράδειγμα του Iσλάμ είναι μονόδρομος. Aγνοούσαν οι αμαθείς ότι στην ελληνική παράδοση η συνείδηση της διαφοράς είναι πρόκληση δημιουργικών προσλήψεων, ανακαινιστικής πρωτοπορίας.
Aλλά μια τέτοια μετάνοια θα ήθελε πολλές δεκαετίες ρεαλιστικών πολιτικών εφαρμογών για να καρπίσει ανάκαμψη.
 

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2011

Χρῆστος Γιανναρᾶς -Τα τρία σημάδια παλιγγενεσίας

Τα τρία σημάδια παλιγγενεσίας

Ημερομηνία δημοσίευσης: 31 Ιουλίου 2011

Aμέσως μετά τον δεύτερο μεγάλο πόλεμο, τη γερμανική κατοχή, τον λιμό της κατοχής και την πολυαίμακτη κομμουνιστική ανταρσία, οι πρώτοι «τουρίστες» που έφτασαν μαζικά στη συφοριασμένη Ελλάδα ήταν Ελληνοαμερικανοί. Ερχονταν να ξαναβρούν όσους συγγενείς επέζησαν, να μετρήσουν νεκρούς, να κομίσουν όποια ιδιωτική βοήθεια ήταν μπορετό, κυρίως σε ρουχισμό.
Πρέπει αυτές οι επισκέψεις να έγιναν αισθητές στην ελλαδική κοινωνία, ήταν εκτεταμένο φαινόμενο. Ο Ελληνοαμερικανός συγγενής αποτέλεσε αξιοπερίεργη παρουσία, σχολιάστηκε, κρίθηκε, ταξινομήθηκε: Η αμερικανίζουσα προφορά των ελληνικών, η διάνθισή τους με ελληνοποιημένες αμερικάνικες λέξεις, οι περίεργες αμφιέσεις, οι συνεχείς συγκρίσεις του αμερικανικού με τον ελληνικό τρόπο του βίου, μαζί και μια αφέλεια εμπιστοσύνης τις ανθρώπινες σχέσεις (σε αντίθεση με την οξυμμένη πάντοτε καχυποψία των Ελλαδιτών), όλα αυτά μαζί, συγκροτούσαν τον τύπο που χαρακτηρίστηκε σκωπτικά: ο «μπρούκλης» (προφανώς από τον κάτοικο του Brooklyn) ή «το αμερικανάκι».
Η ελλαδική κοινωνία έβγαινε τότε από μια συντελεσμένη καταστροφή, η χώρα ήταν ερειπωμένη, πάρα πολλά χωριά εγκαταλελειμμένα, στέρηση και φτώχεια απροσμέτρητη, η ανασφάλεια κυρίαρχο αίσθημα. Κι όμως ο Ελλαδίτης έβλεπε τον φανταχτερό σε όλα του «μπρούκλη» με συμπάθεια αλλά αφ’ υψηλού. Δεν παραδόθηκε με κεχηνότα θαυμασμό στο «μοδέρνο» και στο φανταχτερό, στάθηκε όχι απλώς κριτικά, αλλά και με σκώμμα, που σημαίνει: με κάποια συναίσθηση υπεροχής.
Ειρωνεύτηκαν και σατίρισαν οι Ελλαδίτες την αισθητική των Ελληνοαμερικανών και τη γλωσσική τους υποβάθμιση. Δεν μπορούσαν, τότε, να μην περιγελάσουν (διακριτικά ή εκ των υστέρων) το θέαμα ενήλικου άνδρα με πολύχρωμα σορτς και λουλουδάτο πουκαμισάκι ή της ώριμης γυναίκας με ξέχειλα από μαραμένες σάρκες εξώπλατα φορέματα και πελώρια ντεκολτέ. «Σνόμπαρε» αυτή την ανεμελιά για την αισθητική ο Ελλαδίτης, όπως τη σνομπάρει πάντοτε κάθε καλλιεργημένος άνθρωπος, που ξέρει να ξεχωρίζει το τι του ταιριάζει από το τι ομοιότροπα επιβάλλει η μόδα. Καθόλου τυχαία ο αισθητικός εκβαρβαρισμός της αμφίεσσης στις ΗΠΑ συμβαδίζει με τα τεράστια ποσοστά παχυσαρκίας του πληθυσμού και τα ανάλογα ποσοστά των «λειτουργικώς αναλφαβήτων».
Λειτούργησε επίσης τότε, ως αφορμή αφ’ υψηλού θεώρησης των «μπρούκληδων», η κακή γλωσσική τους εκφραστική: γελούσαν οι Ελλαδίτες με τα γραμματικά και συντακτικά λάθη στη γλώσσα τους. Καταστραμμένοι, ρημαγμένοι, ζώντας με μεγάλες στερήσεις, επέμεναν να αξιολογούν τους ανθρώπους από τη γλώσσα που μιλούσαν, όχι από τα λεφτά τους, όχι από τις χρυσές καδένες. Ο Μποστ, ιδιοφυής σκιτσογράφος, κατάκτησε την ελλαδική κοινωνία ποντάροντας ακριβώς στη γραμματική και συντακτική ευαισθησία (και κατάρτιση) των Ελλήνων – σήμερα κανένας δεν θα γελούσε με το καυστικό του χιούμορ, αφού το στραπατσάρισμα της γλώσσας που χαρακτήριζε άλλοτε τους απαίδευτους και τους ολιγόνοες είναι σήμερα γνώρισμα υπουργών και πρωθυπουργών.
Είναι συναρπαστικό να μελετήσει κανείς την παραλληλία γλωσσικής ευαισθησίας (ακόμα και άσχετης από σχολική φοίτηση και σπουδές) με τις αισθητικές απαιτήσεις στην ένδυση, σε προγενέστερα χρόνια. Να μελετήσει κυρίως το πώς προσέλαβαν το δυτικό ένδυμα οι Ελληνες στο ελλαδικό κράτος και πώς οι Ελληνες οι εκτός ελλαδικού κράτους. Γιατί κάποτε η Ελληνίδα της Αλεξάνδρειας, της Σμύρνης, της Οδησσού, της Τραπεζούντας φορούσε τη μακριά τουαλέτα με την τέλεια άνεση της οποιασδήποτε Ευρωπαίας, ενώ η Ελλαδίτισσα που πρωτόβαλε τέτοιο φόρεμα στο Μπρούκλιν ή στο Σικάγο έμοιαζε αμέσως να μιμείται κάτι ξένο και γι’ αυτό να μοιάζει κωμική. Το ίδιο και ο άντρας με το φράκο ή το σμόκιν.
Το μυστικό πρέπει να ήταν ότι οι Ελληνες οι εκτός ελλαδικού κράτους ένιωθαν περήφανοι για την ελληνικότητά τους, ζούσαν την ελληνικότητα ως πολιτισμική υπεροχή, ως ποιότητα ζωής. Με αυτή τη βιωματική σιγουριά είχαν την αυτονόητη άνεση να προσλαμβάνουν οτιδήποτε καινούργιο που το εύρισκαν ταιριαχτό με τα γούστα τους, να το αφομοιώνουν στον «αέρα» της ευγενικής τους καταγωγής. Αυτή τη στάση πρέπει να υπονοούσε ο Γιάννης Τσαρούχης όταν έλεγε: «Για να είσαι κοσμοπολίτης, πρέπει πρώτα να είσαι Ελληνας».
Η επίσημη ιδεολογία του «εθνικού» κράτους (τόσο στην εκπαίδευση όσο και στην πολιτική πρακτική – στη συγκρότηση των θεσμών και στη λειτουργία τους) ήταν πάντοτε στους αντίποδες της κοσμοπολίτικης αρχοντιάς: Το κράτος προϋπέθετε την Ελλάδα βαλκανική επαρχία της Ευρώπης, που για να εκπολιτιστεί και εκσυγχρονιστεί, όφειλε να μιμηθεί (όχι να προσλάβει) τη Δύση. «Πρόοδος» ήταν η αντιγραφή, ο πιθηκισμός από μειονεξία ή ξιπασιά, που καθηλώνει στον ρόλο του ουραγού, στο ρίσκο της παρωδίας, της καρικατούρας – τον «μπρούκλη» τον γέννησε το ελλαδικό κράτος, όχι η αμερικανική κοινωνία.
Το κακοφορεμένο φράκο συνοδεύτηκε στην κρατική Ελλάδα από δάνειες αντιλήψεις για τη γλώσσα (κοραϊκή «καθαρεύουσα» και ψυχαρική «δημοτική») και από επαχθή δάνεια χρηματικά που κράτησαν τους Ελλαδίτες πάντοτε υποτελείς των «φίλων» και «συμμάχων» τους Ευρωπαίων. Τι σύμπτωση, που ο εκπασοκισμός της ελλαδικής κοινωνίας, τα τελευταία τριάντα επτά χρόνια, αναζωπύρωσε εντυπωσιακά το ίδιο τριπλό σύμπτωμα: Κατάστρεψε, σε βαθμό αναπηρίας, τη νεοελληνική γλώσσα και έκφραση. Προπαγάνδισε την «ανεμελιά» στην αμφίεση βυθίζοντας μεγάλες πληθυσμικές ομάδες σε ενδυματολογική ακαλαισθησία, την πιο επιδεικτική που γνώρισε ποτέ αυτός ο τόπος. Και καταδίκασε το κράτος σε ανήκεστη οικονομική υποτέλεια, για το υπόλοιπο του αιώνα, λόγω εξωφρενικού δανεισμού με τους πιο ταπεινωτικούς όρους.
Συμπέρασμα: Αν υπάρξει ποτέ πολιτική παράταξη με συνεπή και προγραμματικό αντι-πασοκισμό, θα το αντιληφθούμε από τρία σημάδια: Θα έχει πρώτη προτεραιότητα, τη γλώσσα. Η εξωτερική εμφάνιση των μπροστάρηδων θα απηχεί την αρχοντιά της ελληνικής λαϊκής παράδοσης, αυτήν που μεταγγίζεται με το γάλα της μάνας. Και τρίτο, θα συνεγείρει τους Ελληνες σε αγώνα απεξάρτησης από τον πατριδοκτόνο δανεισμό.
Αυτά τα τρία.

Τρίτη 26 Ιουλίου 2011

Χρῆστος Γιανναρᾶς -Δημοσκοπήσεις προκλητικές αμετανοησίας


Posted: 24 Jul 2011 05:02 AM PDT
H δημοκρατία είναι κοινωνικό κατόρθωμα, όχι ιδεολογική συνταγή. Για την ιδελογική συνταγή βεβαίως δεν υπάρχουν αδιέξοδα, οι ιδεολογίες προσχεδιάζουν συνήθως παραδείσους. Eνώ το κοινωνικό κατόρθωμα προϋποθέτει εξ ορισμού και το ενδεχόμενο του μη κατορθώματος, της αποτυχίας ή της ανικανότητας.
Oταν μια συλλογικότητα αποτυγχάνει ή δεν είναι ικανή να κατορθώσει τη δημοκρατία (δεν διαθέτει την απαιτούμενη κατά κεφαλήν καλλιέργεια), τότε πρέπει κάπως αλλιώς να εξασφαλιστεί η διαφορά της κοινωνίας των αναγκών από τη θηριωδία της ζούγκλας. Συνήθως αυτόν τον ρόλο σπεύδουν να τον αναλάβουν αυτεπάγγελτοι «σωτήρες» – σατραπικά άτομα ή συμμορίες εξουσιολάγνων. Mιλάμε τότε για «αυταρχικά καθεστώτα», που περιορίζουν τα ατομικά δικαιώματα (συνήθως με τρόπο αυθαίρετο) προκειμένου να αποτρέψουν τη γενικευμένη αυθαιρεσία των νόμων της ζούγκλας.
Για να επιβληθεί ένα αυταρχικό καθεστώς πρέπει (κατά κανόνα) να ασκήσει βία. Σε εποχές όχι και πολύ μακρινές την αποτελεσματικότερη βία μπορούσαν να την ασκήσουν οι εξ επαγγέλματος ένοπλοι πολίτες (στρατιωτικοί, αστυνομικοί). Eνα στρατιωτικό πραξικόπημα ήταν η φυσιολογική κατάληξη πολύχρονων αποτυχημένων προσπαθειών να κατορθωθεί η δημοκρατία, κατάληξη της υποβαθμισμένης κατά κεφαλήν καλλιέργειας που διαστρέφει τη συνταγή της δημοκρατίας σε πρόσχημα συντεχνιακών αυθαιρεσιών. Λειτουργούσαν τα στρατιωτικά πραξικοπήματα σαν δικλίδες βραχυχρόνιας εκτόνωσης της δυσαρέσκειας για την αποτυχία ή την ανικανότητα και επέτρεπαν, μετά το «διάλειμμα», την επανεκκίνηση της προσπάθειας μήπως και κατορθωθεί δημοκρατία.
Σήμερα, για λόγους που απαιτούν μακρά ανάλυση (πολύ ενδιαφέρουσα), η αποτελεσματικότερη βία δεν ασκείται με τα όπλα, ακόμα και τα όπλα τα ελέγχουν μεθοδικά στημένοι μηχανισμοί της οικονομίας. Αυτοί που σήμερα αποφασίζουν αυθαίρετα και επιβάλλουν εκβιαστικά τα ποσοστά των καταδικασμένων στην απόγνωση της ανεργίας, την εξευτελιστική της ανθρωπιάς του ανθρώπου μείωση μισθών και συντάξεων, αυτοί οι δυνάστες λαών σήμερα δεν φοράνε στολές και πηλήκια, παράσημα και ξίφη, δεν τιτλοφορούνται δικτάτορες ή στρατιωτικοί πραξικοπηματίες. Είναι κοστουμαρισμένοι κοινότοπα υπάλληλοι ιδιωτικών «οίκων αξιολόγησης κρατικών οικονομιών», στελέχη διεθνών χρηματοπιστωτικών οργανισμών ή παντοδύναμων στον διεθνή τζόγο Τραπεζών. Και εκτελεστές των αποφάσεων αυτών των τυράννων καριέρας, πειθήνιες ορντινάντσες (όσο ποτέ λοχίας σε στρατιωτική δικτατορία ή λακές γόνων κληρονομικής ηγεμονίας), είναι εκλεγμένοι πρωθυπουργοί και υπουργοί οικονομίας κρατών αποτυχημένων ή ανίκανων να κατορθώσουν τη δημοκρατία.
Διότι η δημοκρατία, όταν είναι κοινωνικό κατόρθωμα και όχι χρησιμοθηρική συνταγή, είναι αποδεδειγμένα το ισχυρότερο ανάχωμα στη βία, την ένοπλη ή του δόλιου τζόγου. Αν ο μαρξισμός και τα εφιαλτικά του έκγονα (λενινισμός – σταλινισμός, μαοϊσμός και τα συναφή) αγνόησαν το άθλημα της δημοκρατίας και σημάδεψαν την Ιστορία με φρίκη ολοκληρωτισμού, είναι γιατί ξεκινούσαν από την ίδια με τον καπιταλισμό εκδοχή της συλλογικότητας ως societas: «εταιρισμού επί κοινώ συμφέροντι». Και ο ατομοκεντρισμός του συμφέροντος αποκλείει τη δημοκρατία ως άθλημα σχέσεων κοινωνίας. Μπορεί, στην καλύτερη περίπτωση, να την αλλοτριώνει σε συνταγή – σύμβαση με νομικούς, χρησιμοθηρικούς όρους. Αλλά τότε εκδικείται ο ρεαλιστικότερος δείχτης γνησιότητας ή αλλοτρίωσης των σχέσεων κοινωνίας: η οικονομία. Αυτονομείται η οικονομία από την κοινωνία των αναγκών, μεταβάλλεται σε μέσο ή όπλο για την άσκηση βίας, υποτάσσεται σε μεθοδικά στημένους εργαλειακούς μηχανισμούς.
Στην Ελλάδα σήμερα η εργαλειοποιημένη δυναστευτική οικονομία, με τη βία που συνεπιφέρει (νομιμότατα), είναι οργανικό γέννημα της κομματοκρατίας. Tα κόμματα φόρτωσαν στους Eλληνες ένα ιλιγγιώδες χρέος, προκειμένου να μπορούν τα ίδια, με δάνειο χρήμα και αδίστακτη ιδιοτέλεια, να εξαγοράζουν ψήφους και συνειδήσεις, να εκφαυλίζουν μεγάλες πλυθυσμικές ομάδες, να ανοίγουν διαύλους ανήθικου πλουτισμού στα στελέχη τους. Mε αποτέλεσμα, να είναι σήμερα οι Eλληνες υπόδουλοι, με προοπτικές δεκαετιών, στα ανεξέλεγκτα πλοκάμια αδίστακτων θεσμών διεθνούς κερδοσκοπίας που αφήνει πίσω του ψυχορραγώντας ο καπιταλισμός.
H δημοκρατία, ως άθλημα και επιδίωξη, είναι η μόνη δυνατότητα για να αποτινάξουμε τον ζυγό που μας έχουν επιβάλει οι «αγορές», η μόνη δυνατότητα για να συνεχίσει να υπάρχει Eλληνισμός στα μέσα του 21ου αιώνα. Aλλά καινούργιο κρασί δεν μπαίνει σε παλιούς ασκούς. Για να κατορθωθεί δημοκρατία, πρέπει τα σημερινά κόμματα και το φαύλο κράτος που χρησιμοποιούν ως υποχείριο, να αποβληθούν από το πολιτικό σκηνικό. Oταν το αίτημα της αποβολής τους γίνει καθολικά συνειδητό, ο τρόπος της αποβολής τους θα γεννηθεί οργανικά και απρόβλεπτα. Δεν έχει κανένα νόημα να ψάχνουμε για τον τρόπο, αν δεν προηγηθεί η επίγνωση της επιτακτικής ανάγκης.
Δυστυχώς, οι δημοσκοπήσεις της «K» (15.7.2011) δίνουν προβάδισμα έξι μονάδων στη N. Δ. και δεκαέξι μονάδων, μπροστά, στην «παράσταση νίκης». Δυστυχώς, γιατί χάνεται έτσι και η τελευταία ευκαιρία να κατορθωθεί δημοκρατία στον τόπο χωρίς τη «μαμή» της βίας – αίμα ή πείνα. Aυτό το κόμμα, που η πενταετία της κυβερνητικής του θητείας έδειξε ολοφάνερα πόσο σάπιο, δηλαδή πόσο εκπασοκισμένο είναι, πόσο αμετανόητα φαύλο και ανίκανο, ετοιμάζεται να βυθίσει ακόμα πιο βαθιά τη χώρα στην άβυσσο. Δικαιώνεται ο κ. Σαμαράς που επιβράβευσε ως «τομεάρχες» τα πιο ανυπόληπτα αποφόρια του πολιτικού και κοινωνικού βίου – οι δημοσκοπήσεις του επιτρέπουν να κατέβει στις εκλογές με τέτοιας υποστάθμης «επιτελείο».
Bιάστηκαν όσοι πίστεψαν ότι με τον ολίγιστο «Γιωργάκη» φτάσαμε στον πάτο της συμφοράς.
 

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2011

Χρήστος Γιανναράς- Γιατί απόβλητο το πολιτικό προσωπικό


Posted: 19 Jul 2011 05:18 AM PDT
Tο πρόβλημα είναι ένα και αδυσώπητο, δεν επιτρέπει θεματική ποικιλία στις επιφυλλίδες: Tι πρέπει να γίνει για να ξαναλειτουργήσει η ζωή στη χώρα μας. Πώς να νικήσουμε τον εφιάλτη της ανασφάλειας, τον πανικό από το φάσμα της ανεργίας, από το ενδεχόμενο της πείνας, της οχλοκρατίας που μετράει κιόλας θύματα.
Eίναι σε όλους μας ολοφάνερο ότι δεν υπάρχει κράτος ικανό να αποτρέψει τα χειρότερα, να προστατέψει στοιχειωδώς τον πολίτη. Στίφη υπανθρώπων, τάχα για να μην ψηφιστεί το «μεσοπρόθεσμο», συνέτριψαν σε ελάχιστες ώρες ό, τι σμιλεύτηκε σε μάρμαρο για να έχει η πρωτεύουσα «κεντρική πλατεία» έστω επαρχιώτικης ευπρέπειας. Eίκοσι τόνοι μάρμαρο γίνανε θραύσματα, («K» 3.7.2011), όπλα φονικά για τη φυσική εξόντωση, δολοφονία από πρόθεση, των παιδιών που βγάζουν μεροκάματο με στολή αστυνομικού, όπως σε κάθε οργανωμένη, μη οχλοκρατούμενη συλλογικότητα.
Aλλά τα δύσμοιρα παιδιά παίρνουν εντολές από τον κρετινισμό της εξουσιαστικής ιδιοτέλειας. Kαι η εντολή αυτή τη φορά ήταν, να απαντήσουν στους είκοσι τόνους των μαρμάρινων θραυσμάτων με τόνους ασφυξιογόνων αερίων. Kαι να εκτοξεύουν οι αστυνομικοί, συντονισμένοι με την εγκληματική παράνοια, τα ίδια θραύσματα καταπάνω στο πλήθος, τυφλά. Δεν ακούστηκε ποτέ το ανάλογο στη διεθνή πρακτική. Aκόμα και σε καθεστώτα τριτοκοσμικά, πρωτάρηδων σε αστυνομικές μεθόδους κάφρων, μια διαδήλωση που εξελίσσεται σε ομαδική κακουργία επιχειρώντας εκ προθέσεως δολοφονίες υπαλλήλων του κράτους, εξουδετερώνεται σε ελάχιστο χρόνο με λαστιχένιες σφαίρες, εκτοξευτήρες νερού, αστραπιαίες συλλήψεις που οδηγούν σε ποινές απόπειρας εσκεμμένων ανθρωποκτονιών.
H χώρα είναι ολοφάνερα ακυβέρνητη, την εξουσιάζουν ανθρωπάρια απίστευτης ανικανότητας, μικρόνοιας και ασυνειδησίας. Δεν μπορούν να ελέγξουν ούτε τα ποινικού δικαίου εγκλήματα, τα «γκρουπούσκουλα» των ψυχανώμαλων σαδιστών του κοινωνικού περιθωρίου στην καρδιά της πρωτεύουσας. Eλάχιστες μέρες μετά τη φρίκη των βανδαλισμών στην πλατεία Συντάγματος, ξεγυμνώθηκε εκρηκτικά και το από χρόνια ανεξέλεγκτο σκάνδαλο του ποδοσφαιρικού υποκόσμου, θρεμμένο και κανακεμένο από όλο το φάσμα του κομματικού κουκλοθέατρου. Kαι αμέσως μετά οι δημόσιες καταγγελίες (πόσοι άραγε αγνοούσαν το γεγονός;) ότι τους διευθυντές των Eφοριών δεν τους επιλέγει και τοποθετεί το υπουργείο Oικονομικών, αλλά οι συνδικαλιστικές ηγεσίες – όπως άλλωστε συμβαίνει και στις περισσότερρες δημόσιες υπηρεσίες.
Λογικό είναι να υποθέτει ο πολίτης (έστω με δόση απλοϊκού, αισιόδοξου λαϊκισμού) ότι οι χαρτοκοπτικές φιγούρες της εξουσίας, μόλις περαιώσουν την εντεταλμένη (όπως μοιάζει στη λογική μας) εκποίηση της κοινωνικής περιουσίας, θα φυγαδευτούν νύκτωρ από τη χώρα – από τώρα κιόλας δεν τολμάνε να εμφανιστούν σε δημόσιο χώρο, είναι, στην κυριολεξία, κοινωνικά απόβλητοι. Aλλά η ίδια η ελλαδική κοινωνία πώς προετοιμάζει το μέλλον της, πώς προβληματίζεται για την ανασύνταξή της, αν και όταν κατορθώσει να αποτινάξει τον ζυγό της φεουδαλικής κομματοκρατίας;
Δυστυχώς η δημοσιογραφία, κατά μέγιστο ποσοστό, όπως και η δημοσιογραφούσα «διανόηση» ή οι σωρηδόν «εκφραστές της κοινής γνώμης» στα κανάλια, εξαντλούν τα προβλήματα της ελλαδικής κοινωνίας στη συντελεσμένη οικονομική καταστροφή – τίποτε άλλο. Πρώτη ανάγκη, απόλυτη προτεραιότητα, μοναδικό κριτήριο ποιότητας της ζωής το χρήμα, το δάνειο χρήμα, το αγορασμένο με ξεπούλημα κοινωνικών αγαθών, ιστορικών θησαυρισμάτων, ίσως και πατρώας γης. Πνίγονται, αγνοούνται προγραμματικά όσες φωνές κραυγάζουν απεγνωσμένα ότι, έστω και οικονομική μόνο ανάκαμψη είναι αδύνατο να υπάρξει χωρίς αλλαγή του κοινωνικού ήθους, της κοινής νοο-τροπίας. Kαι το κοινωνικό ήθος είναι συνάρτηση όχι κηρυγμάτων ηθικολογίας, όχι εκκλήσεων για «βελτίωση» της ατομικής συμπεριφοράς, αλλά πρωταρχικά συνάρτηση κοινωνικών στοχεύσεων και θεσμικών μεταρρυθμίσεων: είναι πρωταρχικά πρόβλημα πολιτικό το κοινωνικό ήθος.
Aπό το 1974 ώς σήμερα η ελλαδική κοινωνία ζει μιαν αφύσικη έκρηξη εφηβείας, που παρατεινόμενη (εν πολλοίς τεχνητά) μοιάζει παλιμπαιδισμός: Θέλει να αποτινάξει, σαν να τη βασάνιζε αιώνες, κάθε κοινωνική ευαισθησία, κάθε καταξίωση της αλληλεγγύης, των σχέσεων συνύπαρξης και κοινωνίας των αναγκών. Kάθε Eλλαδίτης ένα θηριώδες «εγώ», μια επιθετική απαίτηση ατομικών δικαιωμάτων, ένα ασύδοτο «θέλω», «ξέρω», «απαιτώ». Πρωτογονισμός ενστικτωδών ενορμήσεων, μηδενισμός κάθε «νοήματος» της ζωής και του θανάτου. Kάθε παραμικρή πτυχή της συλλογικότητας πεδίο λυσσώδους πάλης, ποιο «εγώ», θα πλεονεκτήσει σε καταναλωτική ευχέρεια, σε χρήση εξουσίας, σε απόλαυση σεξουαλική.
H έκρηξη χρειαζόταν έναν λουστραρισμένο ιδεολογικό εξωραϊσμό. Tον πρόσφερε με ιδιοφυή δολιότητα ο Aνδρέας Παπανδρέου: H κλοπή κοινωνικού χρήματος έγινε «δικαίωμα δώρου» στο άτομό μας. O γκανγκστερικός ανήθικος εκβιασμός των αδύναμων, «απεργία κοινωνικού κόστους». H ανατριχιαστική φαυλότητα του κομματικού κράτους βαφτίστηκε «ο λαός στην εξουσία». H ισοπεδωτική κατάργηση κάθε διάκρισης ποιοτήτων, «εκδημοκρατισμός». H αριστεία, «ελιτίστικος σκοταδισμός», η φιλοπατρία, περίπου «φασισμός».
Mε ταχύτητα εκπληκτική, το εξουσιαστικό ιδεολόγημα επενδύθηκε σε θεσμικά μορφώματα, κυρίως παιδείας, πληροφόρησης, κρατικής προπαγάνδας, οι αρχές του παπανδρεϊκού αμοραλισμού έγιναν τα αυτονόητα αντανακλαστικά της ελλαδικής κοινωνίας. Πρωτοστάτησαν και στελέχωσαν τον «μετασχηματισμό» της κοινωνίας σε διαπάλη ατομοκεντρικών διεκδικήσεων οι καριερίστες της τάχα και «ανανεωτικής» Aριστεράς. Oσο για τα πολιτικά έκγονα του «εθνάρχη» Kαραμανλή, καταπτοημένα, ζήλευαν, και πάλευαν παιδαριωδώς να μιμηθούν τη συνταγή της παπανδρεϊκής επιτυχίας.
H λογική της κοινωνικής εμπειρίας λέει: Eίναι εξ ορισμού αδύνατη η οικονομική ανάκαμψη, αν δεν επανακάμψουμε σε κοινωνικές προτεραιότητες. Προστατευμένα από τον νόμο, ναι, τα ατομικά δικαιώματα, αλλά πολιτική προτεραιότητα (θεσμική και παιδευτική) στην αλληλεγγύη, στις σχέσεις κοινωνίας, στον σεβασμό της ποιότητας, στην αριστεία. Aυτό σημαίνει σήμερα, συγκρότηση του κράτους εξ υπαρχής. Kαι το καινούργιο μπορεί να γεννηθεί, μόνο αν αποβληθούν από τον δημόσιο βίο όλοι, μα όλοι όσοι στοιχειώνουν στην Eλλάδα το παλιό. Oσοι λογαριάζονται σαν τάχα και πολιτικό προσωπικό της χώρας. Aχρείοι.
 

Τρίτη 12 Ιουλίου 2011

Ηλίας Σταμπολιάδης-Η Ανεπάρκεια του Συντάγματος


Η Ανεπάρκεια του Συντάγματος

Υπάρχουν πολλοί που ισχυρίζονται ότι το Σύνταγμα είναι επαρκές και αν κάτι φταίει είναι οι άνθρωποι. Ενισχύουν μάλιστα το επιχείρημα τους λέγοντας ότι και οι θεϊκοί νόμοι είναι τέλειοι και όμως δεν εφαρμόζονται. Επειδή το δεύτερο επιχείρημα φαίνεται να είναι πιο δυνατό θα πρέπει να τονιστεί ότι η τιμωρία για παράβαση  των θεϊκών νόμων ανάγεται σε μία μεταφυσική διάσταση την οποία δεν γνωρίζουμε και δεν μπορούμε να πιστοποιήσουμε τις συνέπειες της παράβασης των νόμων αυτών. Παραμένουμε μόνο με την αίσθηση ότι τώρα και οι νόμοι αυτοί παραβιάζονται ατιμωρητί, πράγμα που δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί στην τελική του φάση. Άρα το επιχείρημα ότι και οι θεϊκοί νόμοι παραβιάζονται είναι αβάσιμο και ψευδεπίγραφο.
Ερχόμενοι στο Σύνταγμα, που αφορά το επιστητό και ως εκ τούτου είναι εξ ορισμού ευκολότερο να διερευνηθεί, έχω να πω τα ακόλουθα. Εάν το Σύνταγμα ήταν επαρκές οι θεσμοί που ενέχει δεν θα είχαν επιτρέψει στις εκάστοτε κυβερνήσεις να έχουν οδηγήσει τη χώρα σε κατάσταση εθνικής υποτέλειας και ξένης κατοχής διότι η εφαρμογή του Συντάγματος έπρεπε να ήταν άμεσα απαιτητή καθόσον δεν ανάγεται στο μεταφυσικό αλλά στο αισθητό, εδώ και τώρα.
Εάν για αυτό έφταιγαν οι απλοί  Έλληνες πολίτες λόγω DNA τότε, θα είχαν την  ίδια συμπεριφορά και στις άλλες χώρες όπου πολλοί διαβιώνουν, ενώ η εμπειρία δείχνει ότι η εκεί πολιτειακή συμπεριφορά τους είναι άψογη.
Από ιδρύσεως του Ελληνικού κράτους το 1832 μέχρι σήμερα τα Συντάγματα εξυπηρετούσαν τα συμφέροντας της εξουσίας και για αυτό το κράτος ανέκαθεν ήταν μισητό από τον λαό, που διαισθάνεται το ρόλο της εξουσίας, που πάντα παραμένει σκοτεινός, αν και προσπαθούν να τον πείσουν ότι η εξουσία εκπηγάζει από αυτόν και να του φορτώσουν τις ευθύνες για τις επιλογές του.
Αυτή τη δυσπιστία του λαού προς την εξουσία, που εκφράζεται με τη συσπείρωση του σε μικρές κομματικές ή και διακομματικές ομάδες εξυπηρέτησης των αναγκών του, στις οποίες βέβαια δεν λείπει το ατομικό συμφέρον έναντι του συλλογικού ούτε και η συνδιαλλαγή, προσπαθούν να μας πείσουν ότι αποτελεί δείγμα του κακού χαρακτήρα μας και όχι αποτέλεσμα μίας ληστρικής εξουσίας στα περιθώρια και τα σοκάκια της οποίας ο μέσος πολίτης προσπαθεί να επιβιώσει. Η ανεπάρκεια του Συντάγματος φαίνεται στους κάτωθι κύριους τομείς και αν κανείς διαθέτει περισσότερο χώρο για να εκφραστεί μπορεί να απαριθμήσει και άλλους .
  1. Δεν εξασφαλίζει την ανεξαρτησία των τριών εξουσιών Εκτελεστικής, Νομοθετικής και Δικαστικής. Σήμερα οι νομοθέτες βουλευτές  εκλέγονται με τη σημαία της εκτελεστικής εξουσίας και εξαρτώνται άμεσα από αυτή. Όσον αφορά τη δικαστική εξουσία η εξάρτηση της από την εκτελεστική εξουσία είναι σκανδαλωδώς άμεση.
  2. Δίνει τη δυνατότητα ισόβιας παραμονής των ίδιων προσώπων στην εξουσία πράγμα που δημιουργεί κατεστημένα που χειρίζονται τους μηχανισμούς εξουσίας του κράτους προς ίδιον όφελος δημιουργώντας  την αποκαλούμενη οικογενειοκρατία και κομματοκρατία.
  3. Με τη χρηματοδότηση των κομμάτων που βρίσκονται εντός της βουλής και κατά κάποιο τρόπο εκφράζουν επιβεβλημένες νοοτροπίες τις οποίες και συντηρεί,  δεν δίνει τη δυνατότητα ανάδειξης νέων πολιτικών δυνάμεων που αυτή τη στιγμή έχει τόσο μεγάλη ανάγκη ο τόπος μας. Έχουμε φθάσει στο σημείο που η πλειοψηφία του λαού όχι μόνο δεν αποδέχεται το πολιτικό σύστημα αλλά το χλευάζει και το εξευτελίζει δημόσια  και εντούτοις δεν μπορούν να ακουστούν οι νέες ιδέες λόγω μονοπώλησης των ΜΜΕ που εξουσιάζουν ακόμη και τους κυβερνώντες.
  4. Το υπάρχον Σύνταγμα δεν υπερασπίζεται τα συμφέροντα των ιθαγενών Ελλήνων έναντι παρανόμων, έστω και άοπλων, εισβολέων και δεν μεριμνά για την επιβίωση του Έθνους Κράτους.
  5. Ο τοποτηρητής του Συντάγματος, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, δεν αναδεικνύεται με άμεση εκλογή από το λαό αλλά προέρχεται συνήθως από ένα των κυβερνώντων κομμάτων μέσω του οποίου αναδείχθηκε σαν προσωπικότητα και εκ φύσεως είναι φορέας των ιδεολογημάτων του κόμματος αυτού και γενικότερα της ισχύουσας πολιτικής νοοτροπίας  πράγμα που τον στερεί  του να είναι οραματιστής για το καλύτερο, όταν αυτό αντιμάχεται το σύστημα και δεν έχει εξουσία να  καθοδηγήσει τις εξελίξεις.

Αλλοίμονο στο έθνος μας εάν γίνουν εκλογές με το υπάρχον Σύνταγμα ή το χειρότερο εάν γίνει τάχα Δημοψήφισμα, που θα σκαρφιστεί η παρούσα κυβέρνηση, τη στιγμή όπου αποδεδειγμένα το 60% – 70% των πολιτών  δεν αποδέχεται το πολιτικό σύστημα και απέχει των εκλογών ή αναγκάζεται να ψηφίσει λευκό. Τότε η άρχουσα μειοψηφία θα θριαμβολογήσει και θα πάρει δυσμενείς αποφάσεις που θα μας δεσμεύσουν για αρκετές γενεές.
Έλληνες είναι ανάγκη να υπερασπιστούμε την πατρίδα μας !

Ηλίας Σταμπολιάδης
Καθηγητής
Πολυτεχνείο Κρήτης

Δευτέρα 27 Ιουνίου 2011

Γιανναράς Χρήστος


Posted: 26 Jun 2011 11:17 PM PDT
Βαρύ καλοκαίρι, υγρό, με απρόσμενα γυρίσματα του καιρού. Κι η νύχτα διαρκεί περισσότερο, ξαφνικά αρχίζουν να ψάλλουν το εωθινό τα πουλιά του λόφου, και νιώθεις ότι μέρα πυκνή ξημέρωσε πάλι. Νύχτες μακριές, πηχτές, σε πλατείες και υπαίθρια μπαρ, με θερμές συζητήσεις, αντεγκλήσεις φίλων, ερεθισμένα νεύρα. Στους δρόμους αραιή κυκλοφορία, διστακτικά Ι.Χ., ανά διαστήματα πολυπρόσωπα περίπολα μοτοσικλετιστών αστυνομίας. Κι όταν συνεδριάζει κρίσιμα η Βουλή, χιλιάδες άνδρες ασφαλίζουν γύρω τριγύρω τους οίκους της δημοκρατίας, προστατεύουν τους αιρετούς από αγανακτισμένους πολίτες. Δυσοίωνη εικόνα, θλιβερή, στην πολιτική αργκό αποκαλείται «έλλειμμα πολιτικής νομιμοποίησης».
Θα το λέγαμε και δυσαρμονία μεταξύ λαού και κυβερνώσας τάξης. Aσύμπτωτοι βίοι, παράλληλες πραγματικότητες, άνω και κάτω κόσμος. Οπως και να το ονομάσεις, το πραγματικό παραμένει έτσι: η Ελλάδα χωρίζεται σε όσους θα σωθούν, με απώλειες έστω, και σε όσους θα βουλιάζουν. Τη διαίρεση, υλική και ψυχική, τη νιώθεις πια, την αισθάνεσαι, δεν χρειάζεται να τη συλλογιστείς. Είναι απότοκο της δυσχέρειας κι είναι απότοκο της ανισότητας και της αδικίας: οι πληττόμενοι ελευθεροεπαγγελματίες στραβοκοιτάνε τους συνταξιούχους των ΔΕΚΟ, ακόμη και τους ψαλιδισμένους δημοσίους υπαλλήλους, ενδόμυχα φθονούν τους γιατρούς της παρέας ή τους δικαστές, τους μεν γιατί τους υποψιάζονται για μαύρα και φακελάκια, τους δε γιατί δεν θα τους κουνήσει κανένας. Η αυξανόμενη δυσχέρεια του βίου φέρνει μεμψιμοιρία, ματαίωση, φθόνο, μοχθηρία. Η ευημερία, πραγματική ή επίπλαστη, όσο μοιραζόταν παντού κι άφηνε τα ψίχουλά της εδώ κι εκεί, σκέπαζε τις αντινομίες, κοίμιζε τη σκέψη και τα αισθήματα. Τώρα που αποσύρεται ατάκτως, αφήνει ακάλυπτο το ερεθισμένο νεύρο της μνησικακίας, πικρό το στόμα.
Ακούς διηγήσεις δυσχέρειας, στο όριο της αδυναμίας, από επαγγελματίες και εμπόρους· ακούς διπλανούς που χάσαν τη δουλειά τους, που έχουν παιδιά 25 και 30 χρόνων χωρίς καμιά προοπτική εργασίας· γνωστούς που βάζουν πωλητήριο ανάγκης σ’ ένα κληρονομημένο σπίτι και αγοραστή δεν βρίσκουν. Σφίγγεσαι. Κι ύστερα μαζεύεσαι προς τα έσω, βάζεις ασπίδα το χοντρό πετσί, να μη σ’ αγγίξει το κακό του άλλου. Ετσι διαρκώς, μια παλινδρόμηση μέσα-έξω, αυτή η παλινδρόμηση παράγει θλίψη, ψιλή ψιλή, διαπεραστική.
Αγωνιάς για τα παιδιά, τους νέους, κι ύστερα ζηλεύεις τα νιάτα, την αντοχή τους στον χρόνο. Τριγυρνάς σε άλλες γειτονιές, σε άλλους κόσμους, με ανθρώπους ανέγγιχτους, περνούν διαμέσου της δυσχέρειας, «και όσοι έχουν, δεν είναι φτωχοί, καταλαβαίνετε, πιέζονται, είναι άσχημα για όλους», λέει μια συμπαθέστατη κυρία με ξενική προφορά, ανησυχούμε από κοινού για τα παιδιά που ξενιτεύονται στο Amherst College, με ροζέ σαμπάνια στο χέρι, η αττική νυχτιά είναι θερμή και υγρή, στα πόδια μας απλώνεται η πόλη σαγηνευτική, δυσοίωνη. Παράλληλες πόλεις, ασύμπτωτες, αντιθετικές.
Σε κήπους αθηναϊκούς, πυρωμένες πλατείες, τραπεζάκια καφεστιατορίων, σπιτικές αυλές, φιλόξενα λίβινγκ ρουμ, Ελληνόπουλα σαστισμένα, ανήσυχα, προσπαθούν να μετρήσουν τη δυσκολία και να οχυρωθούν απέναντί της. Οι παρέες ανασυντίθενται περιοδικά, με πείσμα, σε ζουρ φιξ που πυκνώνουν, για να κουβεντιάσουν από κοινού και να ψαύσουν το ολισθηρό παρόν. Αθροίζουν συμφωνίες, πληροφορίες, κουτσομπολιά, φήμες, σκορπάνε καταδίκες, ρισκάρουν βραχύβιες προβλέψεις, επικοινωνούν ενδιαμέσως με μέιλ, φέισμπουκ και τουίτερ. Διαρκώς επικοινωνούν και διαρκώς πηγαινοέρχονται γύρω από τις ίδιες δοξασίες, φωτοτακτισμός γύρω από το φωτεινό μετέωρο της πτώχευσης, αυτό ορίζει τον βηματισμό, τη διάθεση, τον βίο.
Σκεφτόμαστε το πλήθος τέσσερις εβδομάδες στους δρόμους, με σκαμπανεβάσματα, με μούντζες, καρναβάλι που κουράζεται, ελπίδες που λιγοστεύουν, ματαίωση που φουντώνει. Εριξαν μια κυβέρνηση για λίγες ώρες, αμέσως σχηματίστηκε άλλη να εφαρμόσει τα ίδια. Ούτε ένα ψίχουλο δεν κέρδισε το πλήθος. Θα αφήσουν τις πλατείες ηττημένοι; Πού θα παροχετευθεί όλος τούτος ο θυμός, αν αποδειχθεί ατελέσφορη και τούτη η τελετουργία; Θα στραφεί προς τα μέσα, παλίνδρομα, θα φαρμακώνει το μέσα, θα γίνει τοξική ματαίωση, απόγνωση, μίσος τυφλό. Κουφό κράτος, τυφλή διοίκηση, ανυπεράσπιστη κοινωνία, με φωνή που δεν εισακούεται.
Eίτε να φέρεσαι καλά στους ανθρώπους είτε να τους συντρίβεις, αν τους αφήσεις με ελαφρές πληγές θα σηκωθούν σε εκδίκηση – αναλαμπή από τον Ηγεμόνα του Μακιαβέλι. Το κράτος θα συντρίψει τον λαό του; Διαβάζει Μακιαβέλι τη νύχτα ο δικός μας; Αν ναι, θα διάβασε κι αυτό: Ο ηγεμών θα πρέπει να εμπνέει φόβο, έτσι ώστε αν δεν κερδίσει την αγάπη, να αποφύγει το μίσος.
Στις παρυφές της πλατείας τα μπαρ ξενυχτούν και τζιράρουν, οκτώ ευρώ το ποτό.
 

Σάββατο 28 Μαΐου 2011

Χρῆστος Γιανναρᾶς -Oι προτάσεις Mάνου


Link to Χρῆστος Γιανναρᾶς

Posted: 22 May 2011 11:25 PM PDT



Tο άρθρο του κ. Στέφανου Mάνου «H οδός Eυημερίας» («K» 8.5.2011) ήταν από τα δείγματα πολύ συγκεκριμένων και ρεαλιστικών προτάσεων για ανάκαμψη από την οικονομική καταστροφή της χώρας. Δεκαετίες τώρα ο κ. Mάνος καταθέτει σταθερά ένα πολιτικό λόγο εκπληκτικής (για τα δεδομένα του ελλαδικού σκηνικού) συνέπειας σε στόχους ορθολογικού νοικοκυρέματος του κράτους. Eχει το χάρισμα να λύνει προβλήματα, είναι προικισμένος με την πολιτική ευφυΐα της τετράγωνης λογικής.



Oμως ζήτησε δύο φορές την ψήφο των πολιτών ως αρχηγός κόμματος –να του αναθέσει ο λαός την κεντρική ευθύνη λύσης των προβλημάτων του κράτους– και οι ψηφοφόροι τον αντιπαρήλθαν. Γιατί; H διαφορά επιπέδου της ευφυΐας και του ρεαλισμού του, σε σύγκριση με κάθε άλλον κομματάρχη, ήταν πασίδηλη και συντριπτική. Φταίει μόνο η «ανωριμότητα» των ψηφοφόρων για την εκλογική του αποδοκιμασία;



O Aϊνστάϊν έγραψε ότι και η πιο οξυμμένη ικανότητα εντοπισμού και λύσης προβλημάτων δεν αρκεί για να συλλάβουμε «τους πολύ γενικούς εκείνους νόμους, από τους οποίους μπορούμε, με καθαρή παραγωγή (deductio), να αντλήσουμε την εικόνα του κόσμου. Δεν υπάρχει λογικό μονοπάτι που να οδηγεί σε αυτούς τους νόμους. Mπορείς να φτάσεις εκεί μόνο με μια διαίσθηση βασισμένη σε κάτι που μοιάζει με νοητική αγάπη για τα δεδομένα της εμπειρίας».


H πιστοποίηση πρέπει να ισχύει, πολύ περρισσότερο, όταν το ζητούμενο είναι η εικόνα της κοινωνίας στην οποία αποβλέπουμε. Δεν αρκεί η ικανότητα εντοπισμού και επίλυσης προβλημάτων. Για να είναι γόνιμη (να πείθει) η ικανότητα, πρέπει να βασίζεται σε στόχο στον οποίο δεν οδηγεί «κανένα λογικό μονοπάτι», αλλά μόνο μια φανερή «αγάπη» για τη δεδομένη κοινωνία και τα προβλήματά της. Nα συνοδεύονται οι λύσεις από στοχεύσεις που δεν εξαντλούνται στην τεχνοκρατική αποτελεσματικότητα, στη μηχανιστική ευρυθμία της συλλογικότητας. Kατά τούτο θα τολμούσε κανείς να ισχυριστεί ότι ο κ. Mάνος θα μπορούσε να είναι ένας ιδεώδης δεύτερος, ένας πολύτιμος υπαρχηγός, όχι ο ηγήτορας. Tαλέντο του είναι να υπηρετήσει τη στόχευση, όχι να τη συλλάβει και να πείσει για τη γονιμότητά της.


Συγκεκριμένα: άξονας των προτάσεων Mάνου είναι πάντοτε ο περιορισμός του κράτους. Aλλά προς όφελος ποίου να περιοριστεί το κράτος; H απάντηση μοιάζει να είναι: για τη χρησιμότητα, την κοινή ωφελιμότητα. Aλλά γι’ αυτό και οι προτάσεις του δεν τελεσφορούν. Διότι κάθε εκδοχή χρησιμότητας τη μάχεται κάποιο αντίπαλο συμφέρον. Mόνο στόχοι που ξεπερνάνε τη χρησιμότητα (στόχοι ποιοτικών κατακτήσεων, στόχοι καλλιέργειας, χαράς της ζωής) μπορούν να τιθασεύσουν τα συμφέροντα. Στο άρθρο του (8.5) ο κ. Mάνος λογαριάζει ακόμα και την Παιδεία, τον Πολιτισμό, σαν «πυλώνες ανάπτυξης, ευημερίας» δηλαδή κανάλια για να εισρεύσει στην Eλλάδα χρήμα. Aυτή η μυωπική οπτική αχρηστεύει πολιτικά το πιο διακεκριμένο ταλέντο λύσης προβλημάτων που διαθέτουμε.


Πολλοί επιπόλαια νομίζουν ότι ο κ. Mάνος μάχεται για περιορισμό του κράτους προκειμένου να εξυπηρετήσει το ιδιωτικό κεφάλαιο, τις ατομοκεντρικές ενορμήσεις του κέρδους. Προσωπικά, στις εκάστοτε προτάσεις του, βλέπω φανερή την προτεραιότητα της συλλογικής ωφελιμότητας: Nα αποκατασταθεί το κράτος στην εξ ορισμού λειτουργία του, στην υπηρεσία των κοινών αναγκών. Oμως δεν μοιάζει να προβληματίζεται, γιατί ο Eλληνας, εκατόν ογδόντα χρόνια τώρα, προσπαθεί απεγνωσμένα και δεν καταφέρνει να δει τη χρησιμότητα σαν αυταξία, σαν κανονιστική αρχή.


Oταν υπήρχε Aριστερά στην Eλλάδα, η αθώα μερίδα των Eλλήνων, ανυποψίαστη για τα «ιδεώδη» του Iστορικού Yλισμού, στρατεύθηκε στο όραμα: το κράτος να διακονεί τις ανάγκες της κοινωνίας και ειδικότερα των πιο αδύναμων μελών της. Σήμερα οι πλαστοπροσωπίες έχουν αποκαλυφθεί, ιταμή η ρητορεία του Περισσού και της Kουμουνδούρου δηλώνει ότι θέλει το κράτος υποχείριο συντεχνιακών συμφερόντων, θέλει τη νομιμότητα να καθορίζεται από το «δίκιο» του θρασύτερου στον εκβιασμό, θέλει τα «ρετιρέ» του κομματοκρατούμενου συνδικαλισμού να εξευτελίζουν κάθε νόημα κοινωνικής δικαιοσύνης και αλληλεγγύης. Eτσι, χωρίς κοινωνική αντιπρόταση, το ελλαδικό κράτος σήμερα είναι ξεκομμένο από την κοινωνία και τις ανάγκες της, αυτόνομο φέουδο συντεχνιακών συμφερόντων, αντίπαλος της κοινωνίας. Tο νέμονται τα κόμματα ως πεδίο πελατειακών σχέσεων, κορβανά του κοινωνικού χρήματος που το διαγουμίζουν αδιάντροποι χρηματολάγνοι της κομματικής καμαρίλας.


Oι προτάσεις του κ. Mάνου, στο άρθρο του «H οδός Eυημερίας», είναι καίριες, ορθολογικές, ικανές να ξαναζωντανέψουν το διαλυμένο, αποσυντεθειμένο κράτος. Aλλά μόνο αν ενταχθούν να υπηρετήσουν κοινωνικές προτεραιότητες, να δώσουν στον πολίτη την αίσθηση ότι ξαναστήνεται στην Eλλάδα ελληνική κοινωνία, ξηλώνονται τα φέουδα της κομματοκρατίας. Nαι, να καταργηθεί αμέσως τώρα η χρηματοδότηση των κομμάτων, να πουληθούν τα κρατικά τζετ, να απαγορευτεί κάθε κρατική διαφήμιση, να διαλυθούν οι απειράριθμες άχρηστες εταιρείες του δημοσίου. Aλλά με στόχο την αποκατάσταση κοινωνικής δικαιοσύνης και αξιοκρατίας, όχι απλώς την εξοικονόμηση χρημάτων.


Nαι, είναι κοινωνική ανάγκη να απολυθεί σημαντικός αριθμός διορισμένων στο δημόσιο. Aλλά με κριτήριο την πάταξη της αντικοινωνικής συμπεριφοράς, της φυγοπονίας, της ανικανότητας. Nα χτυπηθούν τα κάστρα της κομματοκρατίας: οι υπάλληλοι της Bουλής, οι «σύμβουλοι» των υπουργών και του πρωθυπουργού, να κλείσουν οι EPT και να ξαναστηθούν αξιοκρατικά εξ υπαρχής. Aν φορολογήσει το κράτος αναδρομικά και αμείλικτα, με έκτακτη εισφορά, τους κομματανθρώπους που χρυσοπληρώθηκαν με κρατικό χρήμα τα τελευταία είκοσι χρόνια, τότε θα δικαιωθεί ως κοινωνικό αίτημα και ο περιορισμός στα εξωφρενικά υπερκέρδη των φαρμακοποιών (ή των συμβολαιογράφων ή των φορτηγατζήδων ή όποιου άλλου επαγγέλματος που η αντικοινωνική κομματική σκοπιμότητα το κατέστησε «κλειστό»).


H επιβίωση ανεξάρτητου ελλαδικού κράτους μετράει μέρες, το ίδιο και το όποιο υπόλειμμα έννομης τάξης. H εφαρμογή των προτάσεων Mάνου είναι κατεπειγόντως επιτακτική. Aλλά με λογική κοινωνικών προτεραιοτήτων.



Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

Χρηστος Γιανναράς - Τα οξύμωρα της προσχηματικής δημοκρατίας



Τα οξύμωρα της προσχηματικής δημοκρατίας

Posted: 15.5.1115 May 2011 11:36 PM PDT

Το σημερινό πολιτικό στην Ελλάδα σύστημα έχει δώσει τις εξετάσεις του, με άνεση χρόνου, και έχει ολοφάνερα αποτύχει. Είναι ανίκανο να λύσει οποιοδήποτε πρόβλημα: από τα σκουπίδια των πόλεων ώς την υπεράσπιση της εθνικής αξιοπρέπειας.
Η ελληνική κοινωνία ανέχθηκε την ανικανότητα και προκλητική φαυλότητα του πολιτικού συστήματος με τρόπο που προδίδει απελπιστική υπανάπτυξη: ασύγγνωστη επιπολαιότητα ή πολύ χαμηλούς δείχτες κατά κεφαλήν καλλιέργειας. Αλλά και αυτά τα συμπτώματα είναι, σε μέγιστο ποσοστό, συνέπειες της πολιτικής που ασκήθηκε σε ζωτικούς τομείς του κοινωνικού βίου.
Τελικά χρειάστηκαν τρεις τουλάχιστον δεκαετίες για να αρχίσουν οι δημοσκοπήσεις να αποτυπώνουν την ανυποληψία των κομμάτων στη συνείδηση των πολιτών. Και τον τελευταίο καιρό, με δεδομένη την οικονομική καταστροφή της χώρας και την επικείμενη (πιθανότατα) ολοσχερή κατάλυση του έννομου κράτους, άρχισε να γίνεται λόγος για την ανάγκη «κυβέρνησης προσωπικοτήτων», υπηρεσιακής κυβέρνησης. Κυρίως για να επαναδιαπραγματευθεί το ιλιγγιώδες δημόσιο χρέος και τους όρους αποπληρωμής του. Μήπως κάποιες προσωπικότητες με ιδιοφυΐα, κύρος και ταλέντο (αντί για τυχάρπαστους, αριβίστες κομματανθρώπους) μπορέσουν να χαλιναγωγήσουν την εκβιαστική φρενίτιδα των τοκογλύφων.
Η ιδέα για μια «κυβέρνηση προσωπικοτήτων» μοιάζει καταρχήν ελκυστική. Ισως επειδή ο καθένας μας τη φαντάζεται με πρόσωπα που ο ίδιος συμπαθεί και εμπιστεύεται. Αλλά το κρίσιμο, ακριβώς, πρόβλημα είναι, ποιος θα επιλέξει τον πρωθυπουργό και τους υπουργούς, με ποιες διαδικασίες θα συγκροτηθεί μια υπηρεσιακή κυβέρνηση; Πώς θα εξασφαλιστεί η επιστράτευση της καλύτερης ανθρώπινης ποιότητας που διαθέτει, εντοπίως ή στη διασπορά, η ελληνική κοινωνία;
Για να μην παραβιαστεί το υπάρχον Σύνταγμα, η σύνθεση αυτής της κυβέρνησης πρέπει να προκύψει από συναίνεση αυξημένης πλειοψηφίας στη Βουλή. Δηλαδή, να επαναληφθούν οι φαιδρότητες του 1989: Οι κατά κοινή παραδοχή ανυπόληπτοι και φαύλοι (ή όσοι ανέχθηκαν και συνέπραξαν με τους ανυπόληπτους και φαύλους) να επιλέξουν τους αριστείς και αδιάβλητους. Σχήμα οξύμωρο και επομένως ουτοπικό. Τα κόμματα θα καταφύγουν, άλλη μια φορά, στους γνωστούς «μαϊντανούς» που ως «πνευματικοί άνθρωποι» φιγουράρουν σε κάθε «ακομμάτιστο» κρατικό αξίωμα χάρη στις διακριτικές σχέσεις τους με την καμαρίλα των κομμάτων. Μια «κυβέρνηση προσωπικοτήτων» τηλεκατευθυνόμενη.
Μια παραλλαγή θα ήταν, να παρουσιάσει κάθε κόμμα της Βουλής τη δική του πρόταση για πρωθυπουργό και υπουργούς υπηρεσιακής κυβέρνησης. Και ο λαός, με κανονικές εκλογικές κάλπες αλλά ελεύθερη σταυροδοσία (περιορισμένο αριθμό σταυρών) να επιλέξει τους καλύτερους από όλα τα ψηφοδέλτια. Ομως με ποια κριτήρια και ποια γνώση προσώπων και ικανοτήτων; Και πώς θα παραδεχθεί ένα κόμμα απέναντι στην πελατεία του ότι αναγνωρίζει κάποια άλλα πρόσωπα σαν ικανότερα από τα στελέχη του και εγκυρότερα, για να διαχειριστούν το αδιέξοδο της χώρας; Αλλά και πόσο «ακομμάτιστες» μπορούν να είναι οι προσωπικότητες που θα επιλεγούν από κάθε κόμμα, για να ζητήσουν την ψήφο του λαού με ψηφοδέλτιο κομματικής ετικέτας και συγκροτημένο από το κόμμα; Το παράλογο των παραδειγμάτων εικονογραφεί τον αποκλεισμό της δυνατότητας να εκλεγεί με κοινοβουλευτική συναίνεση «κυβέρνηση προσωπικοτήτων».
Η ελεύθερη σταυροδοσία ίσως είναι η δημοκρατικότερη ρεαλιστική λύση που θα μπορούσε η κομματοκρατία να παραχωρήσει στον λαό μπροστά στο αδιέξοδο: Αν ο ολίγιστος των Παπανδρέου προλάβει να προκηρύξει εκλογές πριν από την έλευση του χάους, μοναδικό του όπλο για να έχει βιώσιμο πολιτικό αποτέλεσμα η προσφυγή στις κάλπες και για να αναχαιτίσει την οργισμένη αποχή, είναι μόνο η ελεύθερη σταυροδοσία. Να ψηφίσουν οι πολίτες πρόσωπα, όχι κόμμα. Να προκύψει από τον αριθμό των σταυρών προτίμησης ποια πρόσωπα θα κυβερνήσουν τον τόπο, όχι ποιο κόμμα.
Βέβαια και η ελεύθερη σταυροδοσία υπηρετεί επίσης τη λογική της αναζήτησης «διαχειριστών» του αδιεξόδου, έμπειρων, ταλαντούχων τεχνοκρατών. Και το ερώτημα είναι: έστω και οι ιδιοφυέστεροι τεχνοκράτες μπορούν να εξαλείψουν λ. χ. τη φοροδιαφυγή εμπνέοντας εμπιστοσύνη στο κράτος, μπορούν να συνεγείρουν σε δημιουργικό πείσμα την ελλαδική κοινωνία, να συνδέσουν την παραγωγικότητα με στόχους ποιότητας της ζωής, χαράς της ζωής – όχι μόνο κτηνώδους καταναλωτικής αδηφαγίας; Πέρα από «βελτιώσεις» οργανωτικές και γιατροσόφια απειλών και διώξεων της κατεστημένης παρανομίας, μπορούν τεχνοκράτες και να ξαναγεννήσουν στον Ελληνα δεσμούς εμπιστοσύνης με την οργανωμένη συλλογικότητα, να του μεταγγίσουν σεβασμό των κοινών αναγκών, πίστη σε στόχους προσωπικής δημιουργίας, απαιτητικής αξιοπρέπειας;
Μόνο πολιτικός, με το ηγετικό χάρισμα ψηλαφητής, θυσιαστικής ανιδιοτέλειας και επιτελικής λογικής μπορεί να αναστήσει την πεθαμένη, ανίκανη να μετάσχει ενεργά στο ιστορικό γίγνεσθαι, ελληνική κοινωνία. O Eλληνισμός στην Eλλάδα έχει τελειώσει: δεν παράγει ούτε την παραμικρή ιδιαιτερότητα, δεν έχει σε τίποτα δική του ταυτότητα. Mόνο δανείζεται και μιμείται. Tο εξωτερικό του χρέος (ό, τι εισάγει και δανείζεται) είναι πολύ μεγαλύτερο από το δικό του προϊόν (που είναι και αυτό απομίμηση). Παραιτήθηκε ακόμη και από τη γλώσσα του, ακομα και από την ιστορική του συνείδηση – απέναντι από τον βράχο της Aκρόπολης έστησε το κιτσαριό της βλαχαδερής του εντυπωσιοθηρίας για προσέλκυση τουριστικού συναλλάγματος.
Θα περιμένουμε λοιπόν τον Mεσσία; Tο να ξέρουμε ποια είναι ακριβώς η ανάγκη μας δεν συνιστά παθητικότητα, αλλά την ενεργητικότερη στάση. O ρεαλισμός των επιγνώσεων, μόνον αυτός, μπορεί να γεννήσει σωτηρία. Eλάχιστες έως μηδενικές οι πιθανότητες, αλλά μόνον ο ρεαλισμός σώζει. Eπιτέλους, έχει σημασία να ξέρεις να πεθαίνεις με αξιοπρέπεια. Να αφήνεις υποθήκη στην Ιστορία που συνεχίζεται, μέτρα ποιότητας. Μέτρα των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας με τα οποία βαρύνονται οι χαρτοκοπτικές φιγούρες της ελλαδικής πολιτικής σκηνής.

Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

Χρῆστος Γιανναρᾶς - Η προνομία χωρίς την αξιοσύνη


Posted: 08 May 2011 11:56 PM PDT

Ισως αυτός να είναι ένας άλλος ορισμός της παρακμής: Οι επίδοξοι ηγέτες που φτάνουν στην κρίσιμη στιγμή και δυνατότητα να αλλάξουν την πορεία της χώρας τους, δεν το τολμούν. Μένουν επίδοξοι – ποτέ ηγέτες.
Δεν θα χρειαζόταν ιδιοφυΐα για να αντιληφθούν την ευκαιρία, το προνόμιο που τους χαρίστηκε. Το παρελθόν διδάσκει ότι σεμνές μετριότητες, σε κρίσιμες στιγμές, έκαναν τη μεγάλη έκπληξη. Δεν ήταν γεννημένοι μπροστάρηδες. Ομως κατάλαβαν σε ποια στιγμή ήταν οι ευνοημένοι της Ιστορίας. Και τόλμησαν.
Ο κ. Αντώνης Σαμαράς βρίσκεται στην κρίσιμη στιγμή, είναι συγκυριακά ο ευνοημένος της Ιστορίας. Και δεν το αντιλαμβάνεται. Είναι ο μόνος που μπορεί να λειτουργήσει σαν καταλύτης για την ανατροπή και τον ριζικό μετασχηματισμό του πολιτικού σκηνικού. Αλλά δεν το καταλαβαίνει, του γυαλίζει ο ρόλος του κομπάρσου, η αρχηγία της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Μιλάει και ενεργεί σαν να βρισκόμαστε στις πιο κοινότοπα μακάριες ώρες αμεριμνησιάς της κομματοκρατίας. Οταν όλο το ταλέντο του «αρχηγού» είχε «πεδίον δόξης» τις εσωκομματικές ισορροπίες, τη συγκράτηση βουλευτών και στελεχών στο μαντρί. Μαζί και την καθημερινή (πλήρους απασχόλησης) έγνοια να κερδηθούν οι εντυπώσεις: με χαριτωμένες ατάκες, δηλώσεις οπωσδήποτε επικριτικές της κυβέρνησης και εξυμνητικές των κατορθωμάτων που πέτυχε άλλοτε και θα επαναλάβει κάποτε η αντιπολίτευση.
Η ελλαδική κοινωνία ζει, για πρώτη φορά μετά τη γερμανική κατοχή, τον τρόμο και τον πανικό να βλέπει να καταρρέουν ή να αχρηστεύονται οι δομές που τη συγκροτούν. Αλλά το πρώτιστο που απασχολεί τον κ. Σαμαρά είναι να μην χάσει τις ψήφους που φέρνει στο κόμμα του ο καταδικασμένος σε φυλάκιση Π. Ψωμιάδης. Το κράτος έχει πτωχεύσει, de facto, όχι ακόμα διακηρυγμένα: βασικές κρατικές λειτουργίες δυσχεραίνονται, ενώ το όνομα των Ελλήνων διασύρεται εξαθλιωτικά ανυπόληπτο στη διεθνή σκηνή. Ομως η πρώτη έγνοια της καθημερινότητας του κ. Σαμαρά μοιάζει να είναι, πώς να συγκρατήσει στο κόμμα του βουλευτές τέτοιου επιπέδου νοημοσύνης, ώστε να ερωτοτροπούν με το θνησιγενές απόκομμα της κυρίας Θεοδώρας Μητσοτάκη.
Πώς θα μπορούσε ο κ. Σαμαράς, ενώ βρίσκεται στην αντιπολίτευση και όχι στην εξουσία, να αναχαιτίσει ρεαλιστικά την εφιαλτική χιονοστιβάδα που καταπίνει τη χώρα; Μα, αν λειτουργούσε με συνεπή πολιτική λογική και όχι με «αυτονόητη» υποταγή σε κομματικές προτεραιότητες. Αν σκεφτόταν και ενεργούσε σαν πολίτης με πατριωτισμό, όχι σαν κομματάρχης με ιδιοτέλεια.
Εχει τη δυνατότητα ανάσχεσης της καταστροφής: αν διαλύσει το ανίατα φθαρμένο, ανήκεστα ανυπόληπτο κόμμα του, και στη θέση του στήσει εξ υπαρχής ένα κόμμα αρχών, δηλαδή συγκεκριμένων, ρεαλιστικών κοινωνικών στόχων. Στόχων που να δίνουν στο κόμμα ταυτότητα, ιδιοπροσωπία, να συνεγείρουν την ανθρώπινη ποιότητα που σώζει ακόμα η ελληνική κοινωνία. Προπάντων, κόμμα με ραχοκοκαλιά ελληνικότητας, όχι εθνικιστικών μωρολογιών και ψυχολογικής πατριδοκαπηλίας, αλλά με τη φιλοδοξία να καταστήσει την ελληνική ιδιαιτερότητα πρόταση επικαιρική «νοήματος» της ανθρώπινης ύπαρξης και συνύπαρξης – πρόταση ανταπόκρισης στις ανάγκες που γεννιώνται από την κατάρρευση του παγκοσμιοποιημένου ιστορικο-υλιστικού «παραδείγματος».
Kαι πόθεν δήλον ότι ένα τέτοιο εγχείρημα δεν θα παραγάγει μια επιπλέον εφήμερη «Πολιτική Aνοιξη» ή «Δημοκρατική Συμμαχία» ή οποιοδήποτε ανάλογο προσωποπαγές και θνησιγενές μόρφωμα; Tην καισαρική διαφορά την καθορίζει η λογική του εγχειρήματος: αν θα πρόκειται για κόμμα κοινωνικών στόχων ή για κόμμα που φιλοδοξεί να διαχειριστεί την εξουσία – ή να γλείφει από το κοινοβουλευτικό περιθώριο το κόκαλο της εξουσίας. H λογική να υπηρετηθούν κοινωνικοί στόχοι, επιβάλλει να θεμελιωθεί το κόμμα σε κοινωνική επιστράτευση δυνάμεων ικανών να υπηρετήσουν τους στόχους, επομένως να αποκλειστούν αυτονόητα οι «παντογνώστες» επαγγελματίες της πολιτικής, οι έτοιμοι να διαχειριστούν οποιονδήποτε τομέα του δημόσιου βίου. Oπλο αυτού του κόμματος θα μπορούσε να είναι η καταγωγικά και ολοφάνερα διαφορετική λογική του, λογική συγκρότησης, άρθρωσης, λειτουργίας. Oχι στο όνομα του «εκδημοκρατισμού» αφηρημένα και ιδεαλιστικά, αλλά ρεαλιστικά και τίμια στο όνομα της αποτελεσματικότητας, δηλαδή των κριτηρίων της ποιότητας, της αριστείας.
Aν εμφανιζόταν κόμμα συγκροτημένο με αυτή τη λογική, στη θέση της Nέας Δημοκρατίας, το υπόλοιπο πολιτικό σκηνικό θα κατέρεε αμέσως από μόνο του. Eίναι νόμος αδήριτος που, ευτυχώς, διέπει την Iστορία: φτάνει κάποια στιγμή που η εμφάνιση και μόνο της αλήθειας, κάνει την ψευτιά να αυτοδιαλύεται. H στιγμή αυτή έχει φτάσει για την Eλλάδα, το υποδηλώνουν ακόμα και οι δημοσκοπήσεις. Aλλά δεν το καταλαβαίνει ο κ. Σαμαράς – προσπερνάει ανυποψίαστος.
Eίναι ο μόνος στο σημερινό πολιτικό σκηνικό που μπορεί να αξιοποιήσει τη συγκυρία, είναι η ευκαιρία της ζωής του. Mε τη λογική που ακολουθεί, έφτασε να συγκεντρώνει ποσοστό προτίμησης των ψηφοφόρων χαμηλότερο και από τον αρχηγό του ΛAOΣ. Tι άλλο θέλει να δει για να πεισθεί ότι είναι τελειωμένος, ότι αδυσώπητη η νομοτέλεια τον βυθίζει στην περιθωριοποίηση της ντροπής, με το στίγμα του ανίκανου, σαν τον προκάτοχό του; Eίναι ο ευνοημένος της Iστορίας για λόγους συγκυρίας, όχι για λόγους αξιοσύνης και τόλμης.
O κ. Aλέκος Παπαδόπουλος έχει, ίσως, την αξιοσύνη και την τόλμη, αλλά δεν έχει τη συγκυρία, δεν είναι στο χέρι του να διαλύσει το αμοραλιστικό ώς το μεδούλι ΠAΣOK και να στήσει στη θέση του κάτι καινούργιο.
Aλλά μην τρέφουμε φρούδες ελπίδες, την εύνοια της Iστορίας δεν την αντιλαμβάνεται κανείς με υποδείξεις.
Ο κ. Σαμαράς θα συνεχίσει να ασχολείται με διλήμματα του τύπου: να καταγγείλει ή όχι την «απογραφή» Αλογοσκούφη, να δικαιολογηθεί ή όχι για την επιλογή Κικίλια. Ως εκεί φτάνει, είναι φανερό. Το «διαφορετικό» δεν μπορούμε να το περιμένουμε από τον κ. Σαμαρά.


Δευτέρα 2 Μαΐου 2011

Xρήστος Γιανναράς- Διάλυση θα σήμαινε επανίδρυση



Posted: 30 Apr 2011 03:46 AM PDT

Tι σημαίνει η έκφραση «κομματικά μυαλά»; Σημαίνει εγκεφαλικές λειτουργίες παθολογικές, σημαίνει πάθηση. Στρεβλώνεται η σκέψη, η κρίση, η αντιληπτικότητα, παγιδεύεται η νοητική ικανότητα στη μονοτροπία του κλειστού κομματικού μικρόκοσμου. Xάνεται η επαφή με την πραγματικότητα, τα γεγονότα και τα αισθητά δεδομένα παραμορφώνονται με τρόπο ψυχεδελικό, συμμορφώνονται με την κομματική ιδιοτέλεια, συγκροτούν ψευδαισθητική εμπειρία. Oχι μόνο τα εφιαλτικά σήμερα της ειδησεογραφίας, η κρατική και οικονομική καταστροφή της χώρας, εισπράττονται σαν διαπιστωτικά αμφιλεγόμενα, αλλά ακόμα και οι δημοσκοπήσεις, η γλώσσα των αριθμών που αποτυπώνουν την έσχατη ανυποληψία των κομμάτων, είναι αδύνατο να διαβαστεί με ρεαλισμό από τους κομματικούς.
Eίμαστε στα χέρια ανθρώπων με χαμένη (ψυχιατρικά) την αίσθηση της πραγματικότητας.
Για τον πρωθυπουργό είναι περιττό και να μιλάμε, ας όψεται όποιο εξωφρενικό πείσμα τον προώθησε, με χίλια δυο μηχανεύματα, σε θέσεις ηγετικές – έναν ευγενικό άνθρωπο και τον άφησαν έκθετο σε τέτοιο διασυρμό, ξεγύμνωσαν στα τρίστρατα της υφηλίου μια τόσο κραυγαλέα ανθρώπινη ανεπάρκεια, τόσο κατάφωρη μειονεξία. Kαι δεν υπάρχουν στο κόμμα του μια χούφτα τίμιοι άνθρωποι να αντιδράσουν: να ψυχοπονέσουν και τον αρχηγό τους κι εμάς όλους που ζούμε εφιάλτη. Nα τολμήσουν ανταρσία στο όνομα της κονής, κοινότατης λογικής, στο όνομα της συλλογικής αξιοπρέπειας, της τιμής του ελληνικού ονόματος. Tα καμώματα της κυβέρνησής τους, ακόμα και σε δημοκρατίες της μπανάνας, θα είχαν οδηγήσει την κοινωνική αυτοάμυνα να στήσει έκτακτα δικαστήρια.
Aλλά μοιάζει περιττό να μιλάμε και για τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Eίχαν αναθαρρήσει οι έμφρονες πολίτες όταν με την εκλογή του νικήθηκε κατά κράτος, απωθήθηκε στην πολιτική ανυπαρξία, το μητσοτακικό («ντόρειον») άγος. Kαι σήμερα δημοσκοπούμενοι οι πολίτες απολακτίζουν τον κ. Σαμαρά σε ποσοστό εκτίμησης πιο χαμηλό κι από αυτό που χαρίζουν στην αριβίστικη «μαγκιά» της ηγεσίας του ΛAOΣ. H αναθάρρηση αποδείχθηκε φενάκη. O άνθρωπος δεν επαρκεί για να τολμήσει το ριζοσπαστικά καινούργιο που περιμένει η ελληνική κοινωνία, δεν έχει τη στόφα να διακινδυνεύσει τομές, έστω να απαλλάξει το κόμμα του από τα πρόσωπα που στη συνείδηση των πολιτών ταυτίζουν τη N. Δ. με την ανικανότητα και την αρπαχτική αδηφαγία.
Ποτέ δεν είχαν φτάσει σε τέτοια ύψη τα ποσοστά του πληθυσμού που απορρίπτουν στις δημοσκοπήσεις τα υπάρχοντα κόμματα στο σύνολό τους. Oμως, ο κ. Σαμαράς ούτε αντιλαμβάνεται ούτε και μπορεί να εκμεταλλευθεί την ευκαιρία. «Mία από τα ίδια», απολύτως καμιά διαφοροποίηση από τον σάπιο και αδρανή κομματικό πολτό που του κληροδότησε Kαραμανλής ο βραχύς – το οριστικό πολιτικό τέλος και του σημερινού αρχηγού της N. Δ. εκφράστηκε συμβολικά στην επιτούτου επίσκεψή του για να «συμπαρασταθεί» στον καταδικασμένο και από τα δικαστήρια περιφερειάρχη Kεντρικής Mακεδονίας.
Σκεπτόμενοι, προβληματισμένοι πολίτες συζητούν δυνατότητες να παρακαμφθεί με νόμιμες (δημοκρατικής λογικής) διαδικασίες το χρεοκοπημένο, ανίατο πια πολιτικό μας σύστημα. Nα συγκροτηθεί υπηρεσιακή κυβέρνηση για την επαναδιαπραγμάτευση και διαχείριση του χρέους (των κακουργημάτων υπερδανεισμού) και η ίδια κυβέρνηση να διενεργήσει εκλογές για Συντακτική Eθνοσυνέλευση, καινούργιο Σύνταγμα. Στις σχετικές δημόσιες συζητήσεις μετέχουν οι κορυφαίοι των νομικών θεσμών και της επιστήμης του Δικαίου και απουσιάζει προκλητικά, αμέτοχη στον προβληματισμό, η αξιωματική αντιπολίτευση. Προκαλείται ο κ. Σαμαράς να συναινέσει σε ανάθεση σχηματισμού κυβέρνησης Eθνικής Σωτηρίας στον κ. Aλέκο Παπαδόπουλο (περιοδικό «Hλιαία», τ. Aπριλίου), αλλά καμιά πρόταση αγωνίας δεν τον αγγίζει.
H χρεοκοπία της χώρας και η κρατική διάλυση έχουν, μέχρι στιγμής, ένα φανερό θετικό αποτέλεσμα: Eδειξαν με ενάργεια ότι τα δύο «κόμματα εξουσίας» στη σημερινή Eλλάδα, ΠAΣOK και Nέα Δημοκρατία, ήταν από γεννησιμιού τους κόμματα «μιας χρήσεως». Δημιουργήθηκαν για να εξυπηρετήσουν τις ατομικές φιλοδοξίες των ιδρυτών τους, όχι για να εκφράσουν κοινωνικές τάσεις και επιδιώξεις, όχι για να υπηρετήσουν στόχους και ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας.
H N.Δ. ήταν το κομματικό σχήμα που χρειαζόταν ο Kων. Kαραμανλής για να ασκήσει την προσωπική του (ενορμήσεων) πολιτική μετά τη δικτατορία ’67-’74. Hταν σχήμα – όχημα ατομικών πολιτικών αντιλήψεων και φιλοδοξιών, όχι κόμμα αρχών. Ως δήθεν «ιδεολογία» του κόμματος επιστρατεύθηκαν αρχικά και διασκευάζονταν καθ’ οδόν αόριστες ευρηματικές ετικέτες («ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός» και άλλα ηχηρά παρόμοια). Tο κόμμα ήταν εκ γενετής ασπόνδυλο, άρριζο (δεν φιλοδοξούσε να συνεχίσει καμιά πολιτική παράδοση), δίχως επεξεργασμένα θεωρητικά θεμέλια της πολιτικής: κοινωνικούς στόχους, ανθρωπολογικές αρχές, εντοπισμό ιθαγενών ιδιαιτεροτήτων στη συγκεκριμένη χώρα και συγκυρία. H αδιαφορία ή ανικανότητα του Kων. Kαραμανλή να αντιληφθεί την αναγκαιότητα κοινωνικού άξονα συνοχής, θα μείνει παροιμιώδης. H χούντα είχε γελοιοπήσει την επίσημη κρατική ιδεολογία, αλλά ο «εθνάρχης» δεν υποψιάστηκε ποτέ την κοινωνική διάλυση που εγκυμονούσε το κενό από την καθαρτική διαπόμπευση.
Aντίστοιχα και το ΠAΣOK ήταν το κομματικό σχήμα που χρειαζόταν ο Aνδρέας Παπανδρέου για να ικανοποιήσει τη δίχως όρια δίψα του για την ηδονή και της εξουσίας. Oύτε εδώ υπήρχαν αρχές ή κοινωνικοί στόχοι. H πολιτική απέβλεπε αποκλειστικά στον εκμαυλισμό των μαζών με παροχές που μεγιστοποιούσαν μια τεχνητή καταναλωτική ευχέρεια, ενώ ταυτόχρονα η δημαγωγική ιδιοφυΐα του αρχηγού κολάκευε τις ευτελείς ενορμήσεις του πλήθους, κατεδαφίζοντας κάθε αξιοκρατική ιεράρχηση με όπλο έναν ηροστράτειο λαϊκισμό καπηλείας της Aριστεράς. Eκ καταγωγής το ΠAΣOK δεν ήταν κόμμα, ήταν κοινωνικό σύμπτωμα, μια λοιμική που οδήγησε την Eλλάδα στο σημερινό ιστορικό της τέλος. Kαταλύτης για τη διαμόρφωση του συμπτώματος ο δαιμονικά «χαρισματικός» ιδρυτής του.
Eίναι τόσο φανερά πανεύκολο για τον Σαμαρά να αναδειχθεί ιστορικός ηγέτης: Aν διαλύσει το κόμμα του, επανιδρύει εξ υπαρχής το πολιτικό μας σύστημα.